Μια ατρόμητα προκλητική και εντέλει αισιόδοξη σπουδή στο μπέρδεμα.

Jagged Little Pill
Alanis Morissette
31
Ο υπερεπιτυχημένος τρίτος δίσκος της Alanis Morissette (ακολουθώντας δύο teen-pop δίσκους που έφτασαν στο Top 40 της χώρας της, τον Καναδά) ήταν ποιητικός και άμεσος, κυνικός και ιδεαλιστικός, σαρκαστικός και αθώος. Επίσης, είναι ατρόμητα προκλητικός, με οξεία κριτική για τον Καθολικισμό, την τεχνολογία και τους άντρες που φέρονται σαν αγόρια — λίγοι καλλιτέχνες έκτοτε έχουν παρουσιάσει τέτοιο θάρρος. Έτσι, όταν η 21χρονη πρώην πρωταγωνίστρια του Nickelodeon κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο άλμπουμ το 1995, αφού την παράτησε η δισκογραφική εταιρεία της, η ασυμβίβαστη κοσμοθεωρία της είχε έναν ξεχωριστό αντίκτυπο. Η ειλικρίνεια και η ευαισθησία που παρουσίασε εδώ άνοιξε τον δρόμο για τις επόμενες γενιές τραγουδιστριών/τραγουδοποιών, όπως οι Taylor Swift και Olivia Rodrigo.
«Θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου πως δε θα σταματούσα να γράφω μέχρι να έχω ένα αποτέλεσμα που θα λατρεύω με όλη μου την καρδιά».
Alanis Morissette
Πίσω από τις ραδιοφωνικές και καλογυαλισμένες μελωδίες του δίσκου βρίσκονταν παρατηρήσεις για το μπέρδεμα για την κοινοτυπία της ζωής. Η ανθρώπινη αδυναμία είναι ένα βασικό του θέμα — στο «All I Really Want», η Morissette είναι αφηρημένη και στο «Head Over Feet» είναι αποπροσανατολισμένη από την ευτυχία. Όμως, ακόμα κι αν η καρδιά του άλμπουμ είναι η απογοήτευση, η κληρονομιά του είναι η ελπίδα — η ιδέα πως το να ματώνεις, να ουρλιάζεις και να μαθαίνεις σημαίνει, εντέλει, πως ζεις. Ίσως γι’ αυτό, παρ’ όλη την ανησυχία και την οργή της, η Morissette είναι σχετικά καλή με τον εαυτό της. Στο ευχάριστο «Hand in My Pocket» —πλέον μια νοσταλγική ωδή στα τσιγάρα και τα ταξί— συγχωρεί τον εαυτό της για το ότι δεν τα έχει ξεκαθαρίσει όλα μέσα της.